+ + +

+  +  +

* * *

*  *  *


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:





Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

ΠΕΜΠΤΗ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΡΙΩΔΙΟΥ)

 +++

 ΠΕΜΠΤΗ ΤΥΡΙΝΗΣ

(ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΡΙΩΔΙΟΥ)

 


 

...Γνωρίζω, Δέσποτα, ὅτι μὲ περιμένει φοβερὸν καὶ φρικτὸν τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον μέλλεις νὰ συστήσῃς ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων καὶ ὅλης τῆς κτίσεως, ὅταν θὰ καθίσῃς ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ καὶ ὑψηλοῦ θρόνου Σου διὰ νὰ μᾶς κρίνῃς καὶ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν διαπράξει πρόκειται νὰ τὰ ἀποκαλύψῃς καὶ νὰ τὰ φανερώσῃς. Ὅθεν δὲν τολμῶ οὔτε ἔχω πρόσωπον νὰ ζητήσω παρὰ Σοῦ, Κύριε, τελείαν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτημάτων μου, διότι ἡ ἁμαρτία μου εἶναι πολὺ μεγάλη διὰ νὰ μὲ συγχωρήσῃς. Γνωρίζω ὅτι ἐνώπιόν Σου ἡμάρτησα περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι ἔζησα ἄσωτον ζωὴν χειροτέραν ἀπὸ ἐκείνην τοῦ Ἀσώτου, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον· ὅτι χρεωστῶ πρὸς Σὲ πολὺ περισσότερα, ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐχρεώστει χίλια τάλαντα· γνωρίζω ὅτι ὁ ἐχθρὸς μὲ παρέσυρεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν περισσότερον ἀπὸ τὸν Τελώνην· ὅτι μὲ ἐθανάτωσε χειρότερα ἀπὸ ὅσον θὰ μὲ ἐφόνευεν ἕνας λῃστής· γνωρίζω ὅτι ἐγὼ ὁ πόρνος ἡμάρτησα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὴν πόρνην· ὅτι ἔπταισα, πολὺ περισσότερον ἀπὸ τοὺς Νινευΐτας, χωρὶς νὰ μετανοήσω. Αἱ ἁμαρτίαι μου ἐξεπέρασαν τὸ ὕψος τῆς κεφαλῆς μου περισσότερον ἀπὸ ὅσον τὸν Μανασσῆν αἱ ἁμαρτίαι του· μὲ κατεπλάκωσαν ὡς φορτίον βαρύ, ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μου, περισσότερον ἀπὸ τὴν Χαναναίαν· καὶ ταλαιπωρηθεὶς εἰς τὸ τέλος ἐκάμφθην, ἐλύγισα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μου.

Τὸ ὄνομά Σου τὸ Ἅγιον παρώργισα, Κύριε, τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐλύπησα· τὰς ἐντολάς σου παρήκουσα· τὸν ἀρραβῶνα, τὸν ὁποῖον μοὶ ἔδωκας, τὸν ἐδαπάνησα εἰς ἀνομίας· τὸ σῶμα μου, τὸ ὁποῖον εἶναι ναός σου, τὸ ἐσπίλωσα· τὴν ψυχήν μου, ἡ ὁποία εἶναι εἰκὼν ἰδική σου, τὴν ἐμόλυνα καὶ τὴν ἐξηχρείωσα· τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον μοῦ ἔδωκας, τὸν ἔζησα μὲ τοὺς ἐχθρούς σου· τὰς ἐντολάς Σου δὲν ἐφύλαξα· τὸν χιτῶνα, μὲ τὸν ὁποῖον μὲ ἐνέδυσας, τὸν ἐρρύπωσα καὶ τὸν ἐσπίλωσα· τὴν λαμπάδα, τὴν ὁποίαν μοῦ ἡτοίμασες, ἐνύσταξα καὶ τὴν ἀφῆκα νὰ σβύσῃ· τὸ πρόσωπόν μου, τὸ ὁποῖον ἐφαίδρυνας, τὸ ἐντρόπιασα μὲ τὰς ἁμαρτίας μου· τοὺς ὀφθαλμούς μου, εἰς τοὺς ὁποίους Σὺ ἔδωκας τὸ φῶς, ἐγὼ πάλιν κακῶς τοὺς ἐτύφλωσα· τὰ χείλη μου, τὰ ὁποῖα ἡγίασας, ἐγὼ πάλιν τὰ ἐμόλυνα· καὶ γνωρίζω ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ βήματός Σου τούτου· γνωρίζω ὅτι θὰ ἐλέγξῃς ὅλας τὰς πράξεις μου καὶ διαφορετικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγω τὸν ἐλεγχόν Σου· ὁπωσδήποτε θὰ ἐλεγχθῶ καὶ μάλιστα ἤδη ἐλέγχομαι...

 


 

«Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με»· καὶ μόνον αὐτὸ ἐὰν κερδήσω ἐκ μέρους Σοῦ τοῦ μόνου φιλανθώπου, μοῦ εἶναι ἀρκετόν. Σὺ γνωρίζεις, Κύριε, ἀκριβῶς καὶ τὰ πλέον κρυφὰ ἁμαρτήματά μου, ἀλλὰ μὴ μὲ ἐλέγξῃς, μὴ τὰ κοινολογήσῃς, μὴ τὰ φανερώσῃς ἐνώπιον ὅλων τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων πρὸς ἐντροπὴν καὶ ὀνειδισμόν μου. «Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με». Ἐὰν εἶναι βέβαιον ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστῇ τὸν θυμὸν ἑνὸς θνητοῦ βασιλέως, πολὺ περισσότερον δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ὑποστῇ τὸν θυμὸν τοῦ Θεοῦ ἡ κτίσις ὁλόκληρος. «Μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσης με».

Δὲν λέγω, Κύριε, μὴ μὲ παιδεύσῃς· διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν τιμωρίαν καὶ πᾶσαν κόλασιν· ἀλλ’ ὅταν μὲ τιμωρήσῃς, μὴ μὲ βασανίσῃς ἀναλόγως πρὸς τὴν ὀργήν σου. Γνωρίζω καλῶς ὅτι ὅταν ὁ λῃστὴς ἐζήτητε παρὰ Σοῦ συγχώρησιν, τὴν ἔλαβε· γνωρίζω ὅτι ἡ πόρνη προσῆλθε πρὸς Σὲ καὶ συνεχωρήθη· γνωρίζω ὅτι ὁ τελώνης ἐστέναξε διὰ τὰς ἁμαρτίας του καὶ ἐδικαιώθη· ἐγὼ ὅμως δὲν εἶμαι ὅπως αὐτοί. Δὲν ἔχω ἄφθονα δάκρυα διὰ νὰ τὰ χύσω, δὲν ἔχω νὰ παρουσιάσω ἀληθινὴν ἐξομολόγησιν, δὲν ἔχω στεναγμόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας, δὲν ἔχω καθαρὰν τὴν ψυχήν μου, δὲν ἔχω νὰ παρουσιάσω νηστείαν εἰλικρινῆ, δὲν ἔχω ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον μου, δὲν ἔχω νὰ παρουσιάσω πτωχείαν πνεύματος, δὲν ἔχω νὰ ἐπιδείξω ἀδιάκοπον προσευχήν, δὲν ἔχω συμπάθειαν διὰ νὰ γίνω καὶ ἐγὼ συμπαθής, δὲν συνεχώρησα διὰ νὰ λάβω καὶ ἐγὼ συγχώρησιν, δὲν ἔχω νὰ ἐπιδείξω σωφροσύνην τοῦ σώματός μου, οὔτε καθαρότητα λογισμῶν καὶ σκέψεων, δὲν ἔχω προαίρεσιν ἁρμόζουσαν πρὸς τὸν Θεόν. Μὲ ποῖον λοιπὸν πρόσωπον ἢ μὲ ποίαν παρρησίαν νὰ τολμήσω νὰ ζητήσω συγχώρησιν; Πολλὰς φοράς, Κύριε, ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν νὰ μετανοήσω καὶ ἀπεδείχθην ψεύστης εἰς τὴν ἀπόφασίν μου αὐτήν· πολλὰς φορὰς προσέπεσα ἐνώπιόν σου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν σου καὶ μόλις ἐξῆλθον ἐξ αὐτῆς ἀμέσως περιέπεσα πάλιν εἰς ἁμαρτίας· πολλὰς φορὰς μὲ ἠλέησας, καὶ ἐγὼ σὲ ἠγνόησα· πολλὰς φορὰς μὲ ἀνήγειρες ἀπὸ τὴν πτῶσιν μου καὶ ἐγὼ πάλιν ἔπεσα εἰς τὴν ἁμαρτίαν· πόσας φορὰς μὲ συνεκράτησας καὶ ἐγὼ ἐφάνην ἀχάριστος πρὸς Σέ!

 


 

Πόσας φορὰς εἰσήκουσας τῆς προσευχῆς μου καὶ ἐγὼ παρήκουσα τὰς ἐντολάς σου· πόσας φορὰς μὲ συνεπάθησας καὶ ἐγὼ οὐδεμίαν ἐκδούλευσιν προσέφερα εἰς Σέ, πόσας φορὰς μὲ ἐτίμησας καὶ ἐγὼ σὲ προσέβαλα· πόσας φοράς, ἐνῷ ἡμάρτησα, Σὺ ὡς εὔσπλαγχνος πατὴρ μὲ ἐκάλεσας πλησίον σου, ἐπειδὴ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ μὲ ἐστήριξες· ὡς υἱόν σου μὲ ἐνηγκαλίσθης καὶ μὲ ἐφίλησες, μὲ ἐκάλεσες πλησίον Σου ὡς νήπιον, ἀφοῦ ἤνοιξας τὰς ἀγκάλας σου καὶ ὅταν ἔπεσα, μοῦ εἶπες· «Σήκω ἐπάνω, μὴ φοβῆσαι· σήκω ἐπάνω καὶ στάσου πάλιν· μὴ φοβεῖσαι, δὲν πρόκειται νὰ σὲ τιμωρήσω· δὲν σὲ ἀποστρέφομαι· δὲν σὲ ὀνειδίζω· δὲν ἀηδιάζω τὸ πλάσμα μου· δὲν πετῶ μακρὰν ὡς ἄχρη-στον τὸ δημιούργημα τῶν χειρῶν μου, δὲν σκληρύνω τὰ σπλάγχνα μου διὰ τὸ τέκνον μου· διότι δὲν μοῦ εἶναι δυ-νατὸν νὰ αἰσθανθῶ μῖσος διὰ τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἔπλασα μὲ τὰς ἰδικάς μου χεῖρας· τὸν ὁποῖον ἔκτισα, τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὴν μορφήν, χάριν τοῦ ὁποίου ἐγὼ ὁ Θεὸς ἐταπεινώθην, πρὸς χάριν τοῦ ὁποίου ἔχυσα τὸ αἷμα μου· πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστραφῶ ἐγὼ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει πρὸς ἐμὲ καὶ προσπίπτει ἐνώπιόν μου;».

Διὰ τοῦτο λοιπόν, Δέσποτα, ἐπειδὴ ἡ ἄβυσσος τῆς φιλανθρωπίας Σου εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ Σὲ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς θείας φύσεώς Σου συνυπάρχει πάντοτε μετὰ Σοῦ, καὶ ἡ μακροθυμία σου εἶναι πέλαγος ἀπέραντον, «μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με», ἀλλὰ καὶ πάλιν καὶ πολλάκις δεῖξον τὴν μακροθυμίαν σου πρὸς ἐμέ· μὴ σπεύσῃς νὰ μὲ θερίσῃς ἀπὸ τὴν ζωὴν προώρως, καὶ μὴ βιασθῇς νὰ μὲ ἀποκόψῃς, ὅπως τὴν ἄκαρπον συκῆν· ἀλλ’ ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, Δέσποτα, ἄφησέ με μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἔτος μήπως μετανοήσω· καὶ μὴ ἀδιαφορήσῃς δι’ ἐμέ, βλέπων τὴν ἰδικήν μου ἀδιαφορίαν καὶ ραθυμίαν.

Μὴ μὲ ἁρπάσῃς, Κύριε, ἐνῷ ἀκόμη εἶμαι ἀνέτοιμος· μὴ μὲ πάρῃς, ἐνῷ δὲν ἤναψα ἀκόμη τὴν λαμπάδα μου· μὴ μὲ παραλάβῃς, διότι ἀκόμη δὲν ἔχω ἔνδυμα γάμου· μὴ παρουσιάσῃς ἐμπρὸς εἰς τὸ βῆμα σου τὴν ψυχήν μου γυμνὴν καὶ τὴν διασύρῃς· μὴ μὲ παραλάβῃς χωρὶς νὰ ἔχω τίποτε τὸ καλὸν νὰ παρουσιάσω μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ φανοῦ μακρόθυμος· περίμενε ἀκόμη· δεῖξον τὴν φιλανθρωπίαν σου· φανοῦ συμπαθὴς καὶ πρὸς ἐμὲ τὸν πτωχόν· τὸν γυμνόν τὸν ράθυμον· τὸν ἀξιολύπητον τὸν ἄπορον τὸν πόρνον τὸν ἀνελεήμονα· τὸν ρυπαρόν· τὸν ἄσωτον· τὸν ἀχάριστον· τὸν ἄσπλαγχνον· τὸν βλάσφημον· τὸν βεβλαμμένον· τὸν βυθισμένον εἰς τὴν ἁμαρτίαν· τὸν μὴ ἔχοντα πρόσωπον νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν Σου· τὸν μὴ ἔχοντα παρρησίαν πρὸς Σέ· τὸν μὴ ἔχοντα τὶ νὰ ἀπολογηθῇ· τὸν ἀνάξιον πάσης φιλανθρωπίας· τὸν ἀνάξιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς· τὸν ἄξιον πάσης τιμωρίας καὶ πάσης κολάσεως καὶ τῆς γεέννης τοῦ πυρός· ἀλλά, «Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με»...

.

 ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ

 

+++

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου