ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
η οποία αποτελούσε ένα τηλαυγή αστέρα της κωμόπολης Καρδάμου,
όπου και γεννήθηκε. Προικισμένη με εξωτερική και εσωτερική ομορφιά,
ζούσε με εγκράτεια, σεμνότητα και έθεσε όλες τις δυνάμεις
και τις οικονομίες της, στη διακονία, την περίθαλψη και
στον έπαρχο Φήστο, ο οποίος τη συνέλαβε και την ανέκρινε.
Η Αντωνίνα με ακατάβλητο φρόνημα και μεγάλη γεναιότητα,
ομολόγησε την Πίστη της στο Χριστό και κάλεσε και τον έπαρχο
ο έπαρχος, επειδή όλες του οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό
και γνωρίζοντας ότι η Αγία έδιδε μεγάλη βαρύτητα στην παρθενική της
τιμή, διέταξε να την ρίξουν σε κάποιο πορνείο.
Η θερμή προσευχή της παρθένου, προκάλεσε τρομερό σεισμό
στο σπίτι αυτό με αποτέλεσμα οι ίδιες οι γυναίκες να την διώξουν απ' αυτό.
κατάφερε να μπει σ’ αυτό το καταγώγιο, να την βρει και να την φυγαδεύσει
τυλιγμένη με τον δικό του μανδύα. Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό
ο Φήστος, εξοργίστηκε τόσο πολύ ώστε, αφού τους συνέλαβε
και τους δύο, τους ακρωτηρίασε και άλειψε με πίσσα
τα σώματά τους. Στη συνέχεια τους έριξε στη φωτιά,
όπου μαρτυρικά παρέδωσαν το πνεύμα τους στον Κύριο
και έλαβαν από Αυτόν το ένδοξο και αμάραντο στεφάνι του Μαρτυρίου.
Τῇ Ι΄ (10ῃ) τοῦ αὐτοῦ μηνὸς μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ καὶ ΑΝΤΩΝΙΝΗΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ καὶ ΑΝΤΩΝΙΝΑ οἱ ἅγιοι Μάρτυρες ἦσαν ἀπὸ χωρίον ὀνομαζόμενον Κροδάμων ἢ Καρδάμου, καὶ ἡ μὲν Ἁγία Ἀντωνῖνα διῆγε τὴν ζωήν της σεμνῶς καὶ ὁσίως· συλληφθεῖσα δὲ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Φῆστον καὶ μὴ πεισθεῖσα νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ λατρεύσῃ τοὺς δαίμονας, ἐβλήθη εἰς πορνοστάσιον ἔνθα διέμεινε τρεῖς ἡμέρας νηστική. Φῶς τότε οὐράνιον ἐφάνη εἰς αὐτὴν κατὰ τὴν νύκτα, καὶ βροντὴ ἔγινε μεγάλη· ὅθεν εὐθὺς ἤνοιξαν αἱ θύραι τοῦ πορνοστασίου καὶ ἦλθεν εἰς αὐτὴν φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἡ ὁποία τὴν παρεκίνει νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ φάγῃ ἄρτον. Ὅθεν ἡ Ἁγία ζητήσασα ἄρτον ἔφαγε, καὶ παρευθὺς ἐβγῆκεν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ πάλιν παρεστάθη εἰς τὸν ἡγεμόνα· μὴ πεισθεῖσα δὲ νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα, ἐρρίφθη κατὰ γῆς καὶ ἐδάρη μὲ ξυλίνας σπάθας, καὶ πάλιν ἐφέρθη εἰς τὸ πορνοστάσιον.
Τότε, δι’ ἀποκαλύψεως θείου Ἀγγέλου, εἰσῆλθεν ἐκεῖ ὁ Ἀλέξανδρος, καὶ διὰ τὸ νέον τῆς ἡλικίας του (διότι ἦτο ἕως εἰκοσιοκτὼ χρόνων) ἐνομίσθη ὅτι ἐπῆγε δι’ αἰσχρὰν πρᾶξιν. Ἐμβὰς ὅμως ὁ μακάριος ἐκεῖνος νέος εἰς τὸν οἶκον αὐτὸν τῆς ἀνομίας, τὴν μὲν Ἁγίαν κρυφίως ἐξέβαλεν ἀπὸ τὸ πορνοστάσιον, σκεπάσας τὴν κεφαλήν της μὲ τὴν χλαμύδα του, αὐτὸς δὲ ἔμεινεν εἰς τὸ πορνοστάσιον· μετὰ δὲ ὀλίγην ὥραν ἐφανερώθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἐπειδὴ ἐλθόντες τινὲς στρατιῶται διὰ νὰ ἀτιμάσωσι τὴν Ἁγίαν, εἶδον αὐτὸν ἐκεῖ μένοντα. Ὅθεν ἐφέρθη πρὸς τὸν ἡγεμόνα. Ἐρωτηθεὶς λοιπὸν διὰ ποίαν αἰτίαν ἔκαμε τὸ πρᾶγμα τοῦτο, δὲν ἠρνήθη, ἀλλ’ ὡμολόγησε τὴν ὑπόθεσιν μὲ τὸ ἴδιον στόμα του. Ὅθεν πρῶτον μὲν ἐδάρη αὐτὸς μὲ ξυλίνας σπάθας, ἔπειτα δὲ ἐπιάσθη καὶ ἡ Ἁγία, καὶ οὕτως ἔκοψαν καὶ τῶν δύο τὰ ἄκρα τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν. Ὕστερον ἔχρισαν αὐτοὺς μὲ πίσσαν καὶ τοὺς ἔρριψαν εἰς ἕνα λάκκον γεμᾶτον ἀπὸ φωτιάν, καὶ οὕτω μέσα εἰς αὐτὸν ἐτελείωσαν τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ ἔλαβον οἱ μακάριοι παρὰ Κυρίου τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτῶν σύναξις εἰς τὸ Μοναστήριον τὸ ὀνομαζόμενον τοῦ Μαξιμίνου, τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅπου καὶ τὰ τίμια αὐτῶν εὑρίσκονται λείψανα.







































































