

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ΜΑΞΙΜΟΣ ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ ἑν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκήσας, κατὰ τὸ ͵ατκ΄ (1320) ἔτος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται

ΜΑΞΙΜΟΣ ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ἦτο ἀπὸ τὴν Λάμψακον, ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς, εὐσεβεῖς καὶ ἐναρέτους, οἱ ὁποῖοι, διότι ἦσαν ἄτεκνοι, παρεκάλουν τὸν Θεὸν μετὰ δακρύων νὰ τοὺς δώσῃ τέκνον· καὶ εἰσακούσας ὁ Θεὸς τὴν δέησίν των, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τοῦτον τὸν μακάριον Μάξιμον, τὸν ὁποῖον ὠνόμασαν Μανουὴλ εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα· λαβόντες δὲ αὐτὸν ὡς δῶρον θεόδοτον, καθὼς ἦτο καὶ τῇ ἀληθείᾳ τὸν ἀνέτρεφον μὲ μεγάλην ἀγάπην καὶ ἐπιμέλειαν, καὶ τὸν ἐμάνθανον τὰ ἱερὰ γράμματα.
Ὅταν δὲ, ἔφθασεν εἰς ἱκανὴν ἡλικίαν τὸ παιδίον, τὸ ἔφεραν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ τὸ ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Θεόν· παραμένων δὲ ὁ Μανουὴλ εἰς τὸν Ναὸν τῆς Παναγίας, ἔψαλλε μὲ μελῳδίαν καὶ θεῖον ἔρωτα παρακαλῶν αὐτὴν καθ’ ἑκάστην μὲ πολλὴν κατάνυξιν διὰ τὴν σωτηρίαν του. Καὶ κατ’ ἀλήθειαν ἄλλος νέος Σαμουὴλ ἐφαίνετο προκόπτων ἡλικίᾳ καὶ χάριτι, καὶ ἦτο ἐπαινετὸς καὶ ἀγαπητὸς εἰς ὅλους, ὅτι δὲν εἶχε παιδαριώδη φρονήματα, ἀλλ’ ἔχων ἐξ ἀρχῆς γηραλέον νοῦν, ἐπήγαινε συχνάκις εἰς Ὁσίους τινὰς γέροντας, οἵτινες ἡσύχαζον ἐκεῖ πλησίον, διὰ νὰ ἀκούῃ τὰς ψυχωφελεῖς νουθεσίας των· καὶ συναναστρεφόμενος μὲ αὐτοὺς καὶ ὑπηρετῶν αὐτούς, ὅταν εἶχεν εὐκαιρίαν (διότι ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τὴν ὑποταγὴν τῶν γονέων), ὡδηγεῖτο ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὴν θεάρεστον πολιτείαν· ὅθεν καὶ ὁ θεῖος πόθος ἤναψεν εἰς τὴν καρδίαν του καὶ τὸν ἐβίαζε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν κόσμον, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἡσυχίαν, νὰ ἐνδυθῇ τὸ ἅγιον σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐξεδύετο πολλάκις τὰ κοσμικὰ φορέματά του, καὶ ἐνέδυε τοὺς πτωχούς, αὐτὸς δὲ ὁ μακάριος ὑπέφερεν ἀπὸ τὸ ψῦχος καὶ ἔτρεμε· ἀλλὰ καὶ ἄρτους ἀκόμη ἔδιδε κρυφὰ εἰς τοὺς πεινασμένους πλουσιοπάροχα, καὶ διὰ νὰ κρύπτῃ τὴν ἀρετήν του ὑπεκρίνετο εἰς τοὺς γονεῖς του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὅτι εἶναι μωρός· ὅμως ἡ ἀρετή του δὲν τοὺς ἐλάνθανεν· ὡς τόσον οἱ γονεῖς του, ὡς νὰ ἐλησμόνησαν ὅτι τὸν ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Θεόν, ἡτοιμάζοντο νὰ τὸν ὑπανδρεύσουν καὶ νὰ τὸν δέσουν μὲ τὰ δεσμὰ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ βλέπουν ἔμπροσθέν των τὸν ποθούμενον καὶ νὰ χαίρωνται, ἕως ὅτου ζοῦν.
Ἀλλ’ ὁ καλὸς Μανουήλ, τρέφων θείους λογισμοὺς μέσα εἰς τὸν νοῦν του, εἰς τοὺς δέκα ἑπτὰ χρόνους τῆς ἡλικίας του ἄφησε τοὺς γονεῖς καὶ πατρίδα καὶ κόσμον καὶ ἀναβαίνων εἰς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Γάνου [1], ἐφόρεσε τὸ μοναχικὸν σχῆμα, μετονομασθεὶς Μάξιμος, καὶ ὑπετάχθη εἰς ἕνα δόκιμον καὶ πρακτικὸν Γέροντα, Μᾶρκον ὀνόματι, διὰ νὰ διδαχθῇ τὴν μοναχικὴν πολιτείαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸς ἦτο καὶ πρωτύτερα ἀκόμη διδαγμένος καὶ συνηθισμένος εἰς τὴν μοναχικήν πολιτείαν, καὶ ἐφαίνετο εἰς τοὺς Γέροντας ἐκείνους προκομμένος καὶ ἄξιος εἰς ὅλα, ἢτοι εἰς τὴν νηστείαν, τὴν ἀγρυπνίαν, τὴν προσευχήν, τὴν χαμαικοιτίαν, τὴν σκληραγωγίαν, καὶ εἰς τὴν καταφρόνησιν ὅλων τῶν ματαίων καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ σώματός του, ἠγαπᾶτο ἀπὸ ὅλους, ὠνειδίζετο ὅμως ἀπὸ τὸν Γέροντά του διὰ τὴν ὑπερβολικὴν καὶ ἀδιάκοπον σκληραγωγίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμνεν. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθε πολὺς καιρός, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς ὁ Γέρων αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διέλαμψε κατὰ τὴν ἀρετὴν εἰς ὅλην τὴν Θρᾴκην καὶ Μακεδονίαν....
+++

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου